βουβωνόομαι

βουβωνό-ομαι, [voice] Pass.,
A swell to a βουβών, Hp.Gland.8.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βουβωνουμένης — βουβωνόομαι swell to a pres part mp fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουβωνοῖ — βουβωνόομαι swell to a pres ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουβωνοῦσθαι — βουβωνόομαι swell to a pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουβωνοῦται — βουβωνόομαι swell to a pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐβουβωνοῦτο — βουβωνόομαι swell to a imperf ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.